Καταγγελία ΔΗ.ΠΑ.Κ. Οδοντιάτρων


ΔΗ.ΠΑ.Κ. ΟδοντιάτρωνΗ ΔΗ.ΠΑ.Κ. Οδοντιάτρων καταγγέλλει την αυθαίρετη ενέργεια του προέδρου Γιάννη Τσιτσέλη και του γραμματέα Σπύρου Γιώτη.
Οι συγκεκριμένοι συνάδελφοι αγνοώντας κάθε έννοια δημοκρατικής διαδικασίας, χωρίς την οποιαδήποτε διαβούλευση και εκπροσωπώντας δήθεν το σύνολο του Δ.Σ. αλλά και των συναδέλφων οδοντιάτρων απέστειλαν επιστολή με τα συχαρίκια τους στο πρώην στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και νυν ΣΥΡΙΖΑ υπουργό Υγείας Παναγιώτη Κουρουμπλή, καλώντας τον με γαλιφιές «να βάλει χέρι» στο χώρο ευθύνης του.
Εμφανίζονται έτσι σαν τελάληδες της κυβέρνησης αναδεικνύοντας τον νέο κυβερνητικό συνδικαλισμό σε όλο του το μεγαλείο…
Με την ευκαιρία όμως αυτής της καταγγελίας ας δούμε και τι υπόσχεται ο υπουργός της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σαν «πρώτο πιάτο» για την υγεία, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό Πρακτορείο (31/1):
Όταν ρωτήθηκε αν θα καταργηθούν τα χαράτσια στα νοσοκομεία και τη συνταγογράφηση, ο υπουργός είπε. «Είναι ένα θέμα. Θα δούμε πώς θα βρούμε τα «λεγόμενα ισοδύναμα»». Δηλαδή με λίγα λόγια να δώσουμε από τη μια, αλλά να τα ξαναπάρουμε από την άλλη.
Τα χαράτσια που πληρώνει ο ελληνικός λαός στην ώρα της ανάγκης για να βρει την υγειά του δεν είναι μόνο τα χτεσινά, ούτε περιορίζονται σε αυτά που επιβλήθηκαν με τα μνημόνια. Είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας που άρχισε να στραγγαλίζει τις λεγόμενες «κοινωνικές παροχές» από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, στο πλαίσιο της τότε ΕΟΚ και σημερινής ΕΕ.
Η τάση αυτή εντάθηκε την περίοδο της κρίσης και δεν πρόκειται να αναστραφεί με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που δεσμεύεται για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, εξαρτά τις κρατικές δαπάνες για την Υγεία από την πορεία της διαπραγμάτευσης για το χρέος και φυσικά δε θέλει να καταργήσει την επιχειρηματική δράση στην Υγεία και στο Φάρμακο.
Φαίνεται δηλαδή ότι και γι’ αυτά τα ψίχουλα που περιλαμβάνει το λεγόμενο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα προχωρήσει και σε άλλες περικοπές στα πλαίσια των κλειστών προϋπολογισμών για τα δημόσια νοσοκομεία, όπως άλλωστε φάνηκε απ’ τη συνέχεια της συνέντευξης του υπουργού Υγείας που ανάμεσα σε άλλα είπε: «Πρέπει να πιέσουμε όσο μπορούμε, εξασφαλίζοντας χρήματα και από την καλή διαχείριση που πρέπει να κάνουμε με βάση τα χρήματα που έχουμε», δηλαδή, όπως εξήγησε ο ίδιος, «να περιορίσουμε ακόμη περισσότερο σπατάλες, για να μπορέσουμε να το αιμοδοτήσουμε, προκειμένου να αναβαθμίσουμε τις δομές και τις δραστηριότητες του ΕΣΥ για να εκπέμπει αξιοπιστία σε ό,τι αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών».
Ο περιορισμός της σπατάλης, όμως, είναι η μόνιμη επωδός για τις αντιλαϊκές πολιτικές στο χώρο της Υγείας εδώ και δεκαετίες, με αποκορύφωμα την περίφημη ρήση του πρώην υπουργού Υγείας Άδωνη Γεωργιάδη ότι «με λιγότερα χρήματα θα γίνει καλύτερη προσφορά υπηρεσιών Υγείας».
Όλα αυτά, όχι μόνο δεν οδηγούν σε αποκατάσταση των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι την περίοδο της κρίσης, όχι μόνο δεν συνιστούν «ξήλωμα των νόμων του μνημονίου», όπως ακουγόταν προεκλογικά από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αντίθετα αποτελούν τρανή επιβεβαίωση των προειδοποιήσεων που έκαναν οι ταξικές δυνάμεις, ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά πρόγραμμα διαχείρισης και τελικά βαθέματος της φτώχειας.
Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δε συνιστά πολιτική αλλαγή υπέρ του λαού, κάτι που θα αποκαλύπτεται όλο και περισσότερο το επόμενο διάστημα.
Ειδικά το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πρόγραμμα που και στις στρατηγικές του κατευθύνσεις και στις συγκεκριμένες προτάσεις της τετραετίας, κινείται στις ράγες της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των ομίλων, της στρατηγικής της ΕΕ, που, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, υποβαθμίζει εργατικές και λαϊκές ανάγκες, συνθλίβει κατακτήσεις, υπόσχεται μόνο ορισμένα ψίχουλα «πτωχοκομείου» προς την πιο ακραία φτώχεια.
Αυτό ακριβώς εγγυάται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: Διαβεβαιώνει, ότι το κράτος «έχει συνέχεια» και ότι όποια λύση καταληχθεί για το χρέος και τη δανειακή σύμβαση, θα είναι σε συμφωνία με την ΕΕ, την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ, με μεγάλα κέρδη για το κεφάλαιο – «λιτό βίο» για το λαό.
Σ’ αυτήν την κρίσιμη συγκυρία, έχει ιδιαίτερη σημασία να μη στοιχηθούν η εργατική τάξη και ο λαός κάτω απ’ τη σημαία ξένων συμφερόντων, της αστικής τάξης, στις διαπραγματεύσεις της, που έχουν στόχο τη διασφάλιση μεγαλύτερης κρατικής στήριξης των εγχώριων μονοπωλιακών ομίλων.
Να κατανοηθεί έγκαιρα, από σήμερα κιόλας, όσο γίνεται πιο πλατιά μέσα στο λαό, ότι ακόμα και η επιστροφή στο δρόμο των παλιότερων ρυθμών καπιταλιστικής ανάπτυξης, δε συμβαδίζει, αλλά αντιστρατεύεται την ανάκτηση των λαϊκών απωλειών της περιόδου της κρίσης και θα απαιτήσει νέες θυσίες των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.
Χωρίς καθυστέρηση, με επιμονή και υπομονή, πρέπει να δυναμώσει η καθημερινή προσπάθεια σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε κλάδο, για να ανέβει το κλίμα μαχητικότητας και απαιτητικότητας των εργαζομένων.
Να μην αποδεχθούν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι «ως περασμένα-ξεχασμένα», όσα έχασαν τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια.
Σήμερα υπάρχουν οι προϋποθέσεις και η πείρα για να μην παγιδευτεί ο λαός στη διαπάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και στους ανταγωνισμούς των μονοπωλιακών ομίλων.
Για να μη διαλέξει ανάμεσα σε όσους διαπραγματεύονται τους νέους όρους της σφαγής του.
Να πει όχι στην παθητική αναμονή και τη μοιρολατρία.
Να οργανώσει την αντεπίθεσή του, για την ελπιδοφόρα διέξοδο: Της κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων, της αποδέσμευσης απ’ την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, για το άνοιγμα του μόνου επίκαιρου και ρεαλιστικού δρόμου για την πραγματική απελευθέρωση του ανθρώπου, της οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας με το λαό στο τιμόνι της εξουσίας.

Advertisements